αυσόνιος

αὐσόνιος, -α, -ον (AM) (μσν. και αὐσονικός, -ή, -όν)
1. αυτός που κατοικεί στην Αυσονία ή προέρχεται απ' αυτήν, ιταλικός
2. το αρσ. ως ουσ. οἱ Αὐσόνιοι
οι Ιταλοί.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αὐσόνιος — Italy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αυσόνιος, Δέκιμος Μάγνος — (Decimus Magnus Ausonius, 4oς αι. μ.Χ.). Λατίνος ποιητής. Γεννήθηκε στο Μπορντό, αλλά ήταν πιθανότατα ελληνικής καταγωγής. Σπούδασε στην Τουλούζ και για τριάντα χρόνια δίδαξε στην πατρίδα του αρχικά γραμματική και αργότερα ρητορική. Απέκτησε… …   Dictionary of Greek

  • Αὐσόνιον — Αὐσόνιος Italy masc acc sg Αὐσόνιος Italy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίη — Αὐσόνιος Italy fem nom/voc sg (epic ionic) Αὐσονίη fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίην — Αὐσόνιος Italy fem acc sg (epic ionic) Αὐσονίη fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίης — Αὐσόνιος Italy fem gen sg (epic ionic) Αὐσονίη fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίοιο — Αὐσόνιος Italy masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίου — Αὐσόνιος Italy masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίῃ — Αὐσόνιος Italy fem dat sg (epic ionic) Αὐσονίη fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐσονίῳ — Αὐσόνιος Italy masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.